Υπάρχει η σύνδεση που είχαμε παλαιότερα με τη μουσική;

Υπάρχει η σύνδεση που είχαμε παλαιότερα με τη μουσική;

Η σημερινή εποχή χαρακτηρίζεται απο την πλήρη και χωρίς περιορισμούς πρόσβαση σε όλη τη μουσική που κυκλοφορεί. Στo Internet, στα pc, στα κινητά και στα tablet. Τα πάντα βρίσκονται μερικά κλίκ μακρια και εμείς είμαστε οι αποδέκτες. Πώς μπορεί όμως κάποιος να ανταπεξέλθει σε μία τέτοια πληθώρα μουσικής; Υπάρχει νόημα να υπάρχει τόση πολύ μουσική διαθέσιμη; Αποτελεί πλέον η μουσική είδος προς κατανάλωση;

Πριν από 15 χρόνια ο Bowie ρωτήθηκε από τους New York Times πώς πίστευε ότι ο ρόλος του μουσικού θα άλλαζε στο εγγύς μέλλον.

“Η μουσική θα γίνει σαν τρεχούμενο νερό ή ηλεκτρικό ρεύμα”, απάντησε, σηκώνοντας τους όμους του.

Και ενώ οι…βρύσες και οι πρίζες σας, ίσως να μην είναι γεμάτες τζαζ και funk ακόμα, ο Thin White Duke ήταν σίγουρα σωστός – η μουσική έχει γίνει ένα άφθονο, ελεύθερο ρευστό εμπόριο στη σύγχρονη ζωή μας. Είτε χρησιμοποιείτε YouTube, Soundcloud, Spotify και άλλες αντίστοιχες πλατφόρμες, έχετε πρόσβαση σε ένα σύμπαν μουσικής στα χέρια σας όποτε το επιθυμείτε.

Από τη μία πλευρά αυτό είναι προφανώς ένα μεγάλο πράγμα – η μουσική είναι μεγάλη και περισσότερη μουσική μπορεί να είναι καλύτερη, σωστά; Η πρόσβαση στο ευρύτερο δυνατό φάσμα της τέχνης διευρύνει τους ορίζοντές μας και μας επιτρέπει να εξερευνήσουμε τις άκρες της γεύσης μας με έναν τρόπο που ήταν αδιανόητος. Σίγουρα ένας κόσμος μακριά από τις ημέρες μετρητών με περιορισμένη πρόσβαση για CD και βινυλίου που γνώριζε ο κ. Bowie.

Αλλά είναι το περισσότερο είναι καλύτερο; Μπορεί η πρόσβαση στα πάντα να διαβρώσει τη συναισθηματική σύνδεση που κάποτε νιώθαμε ακούγοντας την αγαπημένη μας μουσική;

Ξεχάστε τις οικονομικές επιπτώσεις, την κρίση και τον περιορισμό στο budget δισκογραφικών εταιρειών οι οποίες ολοένα και ρίχνουν τα standrads ποιότητας στις παραγωγές των εκάστοτε καλλιτεχνών. Τι γίνεται με εμάς, τους καταναλωτές; Τί αντίκτυπο μπορεί να έχει;

Πλέον το επονομαζόμενο κόστος ευκαιρίας, το ποσο ουσιαστικά το οποίο μπορεί να βγάλει ένα συγκρότημα εαν πετύχει, σε σχέση με το κατα πόσο θα αγοράσουν οι ακροατές τον νέο δίσκο του συγκροτήματος, είναι τοσο χαμηλό που οι εταιρίες πλέον έχουν χάσει κάθε εμπιστοσύνη στα συγκροτήματα, τα οποία πλέον είναι χιλιάδες.

Αυτό σημαίνει οτι οι καταναλωτές στην αναζήτησή τους για νέο υλικό, είτε θα βρούν παραγωγές οι οποίες κατα γενική ομολογία δέν είναι καλές, είτε θα βρούν καλό υλικό αλλα με χαμηλή ποιότητα λόγω του περιορισμένου κόστους παραγωγής.

Σκεφτείτε όμως, τί γινόταν παλαιότερα; Έπρεπε να κρατήσετε τα χρήματά σας για βδομάδες, μπορεί και μήνες, για να αγοράσετε ένα cd απο το αγαπημένο σας συγκρότημα το οποίο θα ήταν το ένα και το αυτό είτε σας άρεσε είτε όχι, ως ότου μπορείτε να θυμηθείτε τους στίχους όλου του cd απ’εξω. Πότε, ειλικρινά, ήταν η τελευταία φορά που ακούσατε ένα ολόκληρο δίσκο στο Spotify και στη συνέχεια αποφασίσατε να το επαναλάβετε ξανά. Και ξανα. Και ξανα.

Αυτό μπορεί να φαίνεται σαν ένα απλό σχετικά παράδειγμα, αλλά τα μέσω αυτού έχει καλλιεργηθεί μία ολόκληρη γενιά ανρθώπων… Η αίσθηση της ιδιοκτησίας ενός δίσκου που πρέπει να εργαστεί κάποιος σκληρά για να τον αποκτήσει είναι ως επί το πλείστον μεγάλη και ολοκληρωμένη. Παραγγείλατε το βινύλιο από το δισκάδικο, πήγατε σε ενα live και πήρατε το πρώτο άλμπουμ της support band είτε ακόμα και να το κερδίσατε…αυτά είναι μερικά παραδείγματα “ιδιοκτησίας” με τα οποία όμως οι μουσικοί κέρδισαν το δικαίωμα να βρίσκονται στα αυτιά σας με τις ώρες…

Ο σεβασμός είναι περισσότερο αμοιβαίος, η σύνδεση με τη μουσική τόσο φυσική όσο και βαθιά.

Πλέον όμως όλα έχουν αλλάξει. Με τη νέα αγαπημένη σας μπάντα μόνο μια κίνηση του δείκτη σας, αξιολογεί τη μουσική της με τον πιο ψυχρό και απρόσωπο τρόπο που μπορεί να υπάρχει. Τα singles φαινομενικά τώρα είναι πάντα είτε ‘Brilliant!’ Είτε ‘Terrible!’ Με πολύτιμο-αποδεκτό το ενδιάμεσο μεταξύ τους. Η μουσική είναι ένα μέσο που προκαλεί συγκίνηση και συναισθήματα, οχι ένας πίνακας σε διάφορες αποχρώσεις του γκρι.

Ισως η πιο καταστροφική πτυχή των εκατομμυρίων τραγουδιών που υπάρχουν στην τσέπη σας, τουλάχιστον για τη ροκ σκηνή, είναι η παραπάνω διχασμένη, κατακερματισμένη επίδραση που είχε στην κοινονία μας. Το τέλος της κριτικής σκέψης με ότι αυτό συνεπάγεται.

Τι μπορεί λοιπόν να γίνει για να σταματήσει να υποτιμά τη μουσική στα μάτια του ο καταναλωτής; Λοιπόν, η απάντηση, όπως ορθά επεσήμανε ο Bowie στην ίδια συνέντευξη του New York Times,  είναι απολύτως τίποτα. Εμείς πιστεύουμε οτι ο κάθε άνθρωπος πρέπει να ακούει αυτό που του αρέσει και να γουστάρει, αλλα κυρίως θα πρέπει να ξέρει γιατί το ακούει…

Καλό σας Σαββατοκύριακό με πολύ μουσική. Μήν ξεχνάτε να υποστηρίζετε τα τοπικά σας μαγαζιά. Αλλα επειδή αναμένεται να κατέβει και λίγο η θερμοκρασία, φούτερ για τις κρύες μέρες που έρχονται εδώ.

Share this post